στο λεξικό PONS
ενώ [ɛˈnɔ] ΣΎΝΔ
1. ενώ (χρονικά, αντιπαραθετικά):
- ενώ
- während
- ενώ διάβαζα άνοιξε η πόρτα και …
- während ich las, öffnete sich die Tür und …
- εκείνος ήθελε να πάει στη θάλασσα ενώ εκείνη προτιμούσε το βουνό
- er wollte ans Meer, während sie das Gebirge vorzog
- έμειναν ευχαριστημένοι, ενώ εγώ καθόλου
- sie waren sehr zufrieden; ich dagegen überhaupt nicht
2. ενώ (μολονότι):
- ενώ
- obwohl
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ενώ εμείς … αυτός κρυφοκοίταζε
- während wir …, schaute er heimlich zu
- έμειναν ευχαριστημένοι, ενώ εγώ καθόλου
- sie waren sehr zufrieden; ich dagegen überhaupt nicht
- ενώ διάβαζα άνοιξε η πόρτα και …
- während ich las, öffnete sich die Tür und …
- εκείνος ήθελε να πάει στη θάλασσα ενώ εκείνη προτιμούσε το βουνό
- er wollte ans Meer, während sie das Gebirge vorzog