στο λεξικό PONS
οδός [ɔˈðɔs] SUBST θηλ
1. οδός (δρόμος):
- οδός
- Straße θηλ
- καθ' οδόν
- unterwegs
- κεντρική οδός
- Hauptstraße θηλ
- εθνική οδός
- Autobahn θηλ
- οδός προτεραιότητας
- Vorfahrtstraße θηλ
- τέλος ουδ οδού προτεραιότητας
- Ende ουδ der Vorfahrtstraße
2. οδός μτφ:
- οδός
- Weg αρσ
- μέση οδός
- Mittelweg αρσ
ιδιωτισμοί:
- αναπνευστική οδός
- Atmungstrakt αρσ
- νευρική οδός ΑΝΑΤ
- Nervenbahn θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- οδός θηλ προτεραιότητας
- Vorfahrtsstraße θηλ
- αναπνευστική οδός
- Atmungstrakt αρσ
- εθνική οδός
- Autobahn θηλ
- οδός προτεραιότητας
- Vorfahrtstraße θηλ
- κεντρική οδός
- Hauptstraße θηλ