στο λεξικό PONS
συγγένεια [siɲˈɟɛnia] SUBST θηλ
- συγγένεια
- Verwandtschaft θηλ
- έχω συγγένεια με κάποιον/κάτι
- mit jdm/etw verwandt sein
- συγγένεια εξ αίματος
- Blutsverwandtschaft θηλ
- συγγένεια πρώτου/δευτέρου βαθμού
- Verwandtschaft θηλ ersten/zweiten Grades
- βαθμός αρσ συγγένειας
- Verwandtschaftsgrad αρσ
- συντελεστής αρσ συγγένειας
- Verwandtschaftskoeffizient αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συγγένεια θηλ εξ αρρενογονίας
- Blutsverwandtschaft θηλ väterlicherseits
- συγγένεια εξ αίματος
- Blutsverwandtschaft θηλ
- συγγένεια πρώτου/δευτέρου βαθμού
- Verwandtschaft θηλ ersten/zweiten Grades
- έχω συγγένεια με κάποιον/κάτι
- mit jdm/etw verwandt sein