στο λεξικό PONS
I. διεθν|ής <-ής, -ές> [ðiɛθˈnis] ΕΠΊΘ
- διεθνής
- international
- διεθνή ύδατα
- internationale Gewässer ουδ πλ
- Διεθνής Αμνηστία
- Amnesty International θηλ
- Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
- Internationaler Währungsfonds αρσ
II. διεθν|ής [ðiɛθˈnis] SUBST mf σπορ
- διεθνής
- Nationalspieler(in) αρσ (θηλ)
III. διεθν|ής [ðiɛθˈnis] SUBST θηλ ΙΣΤΟΡΊΑ
- η Διεθνής
- die Internationale θηλ
Διεθνής SUBST
- Διεθνής Διαφάνεια
- Transparency International
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διεθνής συμφωνία
- internationales Abkommen ουδ
- διεθνής αγορά
- internationaler Markt αρσ
- Διεθνής Αμνηστία
- Amnesty International θηλ
- η Διεθνής
- die Internationale θηλ
- διεθνής διένεξη
- internationaler Konflikt αρσ