στο λεξικό PONS
I. εξαρθρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ɛksarˈθrɔnɔ] VERB μεταβ
1. εξαρθρώνω (βγάζω κάπως από την άρθρωση):
- εξαρθρώνω
- verrenken
- εξάρθρωσε το χέρι του
- er hat sich δοτ den Arm verrenkt
2. εξαρθρώνω (βγάζω τελείως από την άρθρωση):
- εξαρθρώνω
- ausrenken
- εξάρθρωσε το χέρι του
- er hat sich δοτ den Arm ausgerenkt
3. εξαρθρώνω μτφ (σπείρα):
- εξαρθρώνω
- zerschlagen
II. εξαρθρώνομαι VERB αυτοπ ρήμα μτφ
- εξαρθρώνομαι
- aus den Fugen geraten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.