στο λεξικό PONS
προχωρ|ώ <-είς, -ησα, -ημένος> [prɔxɔˈrɔ] VERB αμετάβ
1. προχωρώ (πηγαίνω μπροστά):
- προχωρώ
- vorgehen
2. προχωρώ (συνεχίζω το δρόμο μου):
- προχωρώ
- weitergehen
- προχώρα!
- geh weiter!
3. προχωρώ (προοδεύω):
- προχωρώ
- Fortschritte machen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προχωρώ ψηλαφιστά μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα
- sich durch einen dunklen Raum tasten