στο λεξικό PONS
κυριότητα [ciriˈɔtita] SUBST θηλ ΝΟΜ
- κυριότητα (ιδιοκτησία)
- Eigentum ουδ
- αποκλειστική κυριότητα
- Alleineigentum ουδ
- απώλεια θηλ κυριότητας
- Eigentumsverlust αρσ
- διατάραξη θηλ της κυριότητας
- Eigentumsstörung θηλ
- εγκατάλειψη θηλ της κυριότητας
- Eigentumsaufgabe θηλ
- επιφύλαξη θηλ κυριότητας
- Eigentumsvorbehalt αρσ