στο λεξικό PONS
τέλος [ˈtɛlɔs] SUBST ουδ
1. τέλος (τέρμα):
- τέλος
- Ende ουδ
- στο τέλος
- am Ende
- ως το τέλος
- bis zum Ende
- βάζω τέλος σε κάτι
- einer Sache eine Ende setzen
- έχω κακό/φοβερό τέλος
- ein schlimmes Ende nehmen
- τέλος, υπήρχε και ένα …
- es gab schließlich auch ein …
- τέλος πάντων, τελικά τον βρήκαμε σπίτι
- (na ja,) auf jeden Fall haben wir ihn dann zu Hause angetroffen
- τέλος πάντων, δεν έχει και τόση σημασία
- na ja, das ist auch nicht so wichtig
- εν τέλει
- endlich
- τέλος της εβδομάδας
- Wochenende ουδ
- τέλος καλό, όλα καλά παροιμ
- Ende gut, alles gut
2. τέλος (φόρος):
- τέλος
- Gebühr θηλ
- επιβάλλω τέλη
- Gebühren erheben
- τέλη ουδ πλ αποθήκευσης
- Lagergebühr θηλ ενικ
- τέλη ουδ πλ αποχέτευσης
- Abwassergebühr θηλ ενικ
- ειδικά τέλη
- Sondergebühren θηλ πλ
- τέλη ουδ πλ παραλαβής
- Abholgebühr θηλ ενικ
- πρόσθετο τέλος
- Zusatzgebühr θηλ
- συνολικά τέλη
- Gesamtgebühr θηλ ενικ
- ταχυδρομικά τέλη
- Porto ουδ ενικ
- ταχυδρομικά τέλη ουδ πλ για δέμα
- Paketgebühr θηλ ενικ
- ταχυδρομικά τέλη ουδ πλ για συστημένη επιστολή
- Einschreibegebühr θηλ ενικ
- τέλη ουδ πλ στάθμευσης
- Parkgebühr θηλ ενικ
- τραπεζικά τέλη
- Bankgebühren θηλ πλ
- διαφάνεια θηλ των τελών
- Gebührentransparenz θηλ
- κανονισμός αρσ τελών ΝΟΜ
- Gebührenordnung θηλ
- πίνακας αρσ τελών
- Gebührenverzeichnis ουδ
- προκαταβολή θηλ τελών
- Gebührenvorschuss αρσ
- υπολογισμός αρσ τελών ΟΙΚΟΝ, ΝΟΜ
- Gebührenkalkulation θηλ
- αρχή θηλ τιμολόγησης τελών ΝΟΜ
- Gebührengrundsatz αρσ
- υποχρέωση θηλ καταβολής τέλους ΝΟΜ
- Gebührenpflicht θηλ
τέλος SUBST
- δίνω τέλος σε κάτι
- etwas beenden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αίσιο τέλος
- glückliches Ende ουδ
- στο τέλος
- am Ende
- δικαστικό τέλος
- Prozessgebühr θηλ
- διοικητικό τέλος
- Verwaltungsgebühr θηλ
- πρόσθετο τέλος
- Zusatzgebühr θηλ