στο λεξικό PONS
I. σκεπά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [scɛˈpazɔ] VERB μεταβ
1. σκεπάζω (γενικά):
- σκεπάζω κάτι με κάτι
- etw mit etw bedecken
- ήθελαν να τα σκεπάσουν (να τα κάνουν πλακάκια)
- sie wollten es vertuschen
2. σκεπάζω (αυτόν που κοιμάται):
- σκεπάζω
- zudecken
3. σκεπάζω (προφυλάγω):
- σκεπάζω και μτφ
- decken
II. σκεπάζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- σκεπάζομαι
- sich zudecken
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σκεπάζω κάτι με κάτι
- etw mit etw bedecken