στο λεξικό PONS
δημιουργ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ðimiurˈɣɔ] VERB μεταβ
1. δημιουργώ (πλάθω):
- δημιουργώ
- schaffen
- δημιουργώ
- erschaffen
2. δημιουργώ (προκαλώ):
- δημιουργώ
- verursachen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δημιουργώ θέμα για κάτι
- viel Aufhebens um/von etw machen