στο λεξικό PONS
I. ματαιώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [matɛˈɔnɔ] VERB μεταβ
1. ματαιώνω (εμποδίζω να γίνει κάτι, απόπειρα):
- ματαιώνω
- vereiteln
2. ματαιώνω (αποφασίζω να μη γίνει κάτι):
- ματαιώνω
- streichen
II. ματαιώνομαι VERB αυτοπ ρήμα (σχέδια κτλ)
- ματαιώνομαι
- scheitern
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.