στο λεξικό PONS
πάρτι [ˈparti] SUBST ουδ αμετάβλ
- πάρτι
- Party θηλ
- δίνω πάρτι
- eine Party geben
- πηγαίνω σε πάρτι
- auf eine/zu einer Party gehen
ρέιβ-πάρτι [rɛiv ˈparti] SUBST ουδ αμετάβλ
- ρέιβ-πάρτι
- Rave-Party θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πάρτι ουδ γενεθλίων
- Geburtstagsfeier θηλ
- δίνω πάρτι
- eine Party geben
- χθες στο πάρτι ξημερωθήκαμε
- gestern waren wir noch bis frühmorgens auf der Party
- πηγαίνω σε πάρτι
- auf eine/zu einer Party gehen
- το πάρτι δεν είχε κέφι
- auf der Party war/herrschte keine Stimmung