στο λεξικό PONS
περι|γράφω <-έγραψα, -γράφ(τ)ηκα, -γραμμένος> [pɛriˈɣrafɔ] VERB μεταβ
1. περιγράφω (εξωτερική εμφάνιση, κατάσταση κτλ):
- περιγράφω
- beschreiben
2. περιγράφω (αφηγούμαι):
- περιγράφω
- schildern
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.