στο λεξικό PONS
συντά|σσω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [sinˈdasɔ] VERB μεταβ
1. συντάσσω (κείμενο):
- συντάσσω
- verfassen
2. συντάσσω (συγκροτώ):
- συντάσσω
- zusammenstellen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συντάσσω/κάνω διαθήκη
- sein Testament machen