στο λεξικό PONS
I. πολιτικ|ός <-ή, -ό> [pɔlitiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. πολιτικός ΠΟΛΙΤ:
- πολιτικός
- politisch
- πολιτικές επιστήμες
- Politikwissenschaft θηλ ενικ
- πολιτικό κόμμα
- politische Partei θηλ
- πολιτικό σύστημα
- politisches System ουδ
2. πολιτικός (σχετικός με τον πολίτη, μη στρατιωτικός, γάμος, ενδυμασία):
- πολιτικός
- zivil
- πολιτική αεροπορία
- ziviler Flugverkehr αρσ
- πολιτική αεροπορία
- Zivilluftfahrt θηλ
- πολιτική ενδυμασία
- Zivilkleidung θηλ
- πολιτικός γάμος
- standesamtliche Trauung θηλ
- πολιτικός μηχανικός
- Bauingenieur αρσ
II. πολιτικ|ός [pɔlitiˈkɔs] SUBST mf
- πολιτικός
- Politiker(in) αρσ (θηλ)
- επαγγελματίας πολιτικός
- Berufspolitiker(in) αρσ (θηλ)
πολίτικος ΕΠΊΘ
- πολίτικος
- konstantinopolitanisch
- πολίτικη σαλάτα
- Weißkrautsalat mit Möhren, Sellerie und Chili
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πολιτικός μηχανισμός
- politischer Apparat αρσ
- ευρωπαϊστής πολιτικός
- Europapolitiker(in) αρσ (θηλ)
- δόκιμος πολιτικός
- erfahrener Politiker
- πολιτικός κρατούμενος
- politischer Gefangener αρσ
- πολιτικός γάμος
- standesamtliche Trauung θηλ