στο λεξικό PONS
I. ορθώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ɔrˈθɔnɔ] VERB μεταβ (στήνω όρθιο)
- ορθώνω
- aufrichten
II. ορθώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. ορθώνομαι:
- ορθώνομαι
- sich aufrichten
2. ορθώνομαι μτφ (επαναστατώ):
- ορθώνομαι εναντίον κάποιου
- sich erheben gegen jdn
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.