στο λεξικό PONS
αξία [aˈksia] SUBST θηλ
- αξία
- Wert αρσ
- χωρίς αξία
- wertlos
- αυτό δεν έχει (καμιά) αξία
- das ist (überhaupt) nichts wert
- έχει μεγάλη αξία
- es ist viel wert, es hat einen großen Wert
- δίνω μεγάλη/μικρή αξία σε κάτι
- großen/wenig Wert auf etw αιτ legen
- κατά την αξία ΟΙΚΟΝ
- nach Wert
- ολική αξία
- Gesamtwert αρσ
- με ολική αξία 7000 ευρώ
- mit einem Gesamtwert von 7000 Euro
- αύξηση/μείωση θηλ της αξίας
- Aufwertung/Abwertung θηλ
- θερμαντική αξία
- Heizwert αρσ
- θερμιδική αξία (τροφίμων)
- kalorischer Wert αρσ
- αξία χρήσεως
- Nutzwert αρσ
- ακαθάριστη/μικτή αξία
- Bruttowert αρσ
- ακαθάριστη προστιθέμενη αξία
- Bruttowertschöpfung θηλ
- αξία ακινήτου
- Immobilienwert αρσ
- ανταλλακτική αξία
- Tauschwert αρσ
- δασμολογική αξία
- Zollwert αρσ
- αξία διάσπασης ΟΙΚΟΝ
- Zerschlagungswert αρσ
- διαφορά θηλ αξίας
- Wertdifferenz θηλ
- αξία εισφοράς ΟΙΚΟΝ
- Einbringungswert αρσ
- αξία (της) εκκαθάρισης
- Liquidationswert αρσ
- εκτιμώμενη αξία
- geschätzter Wert αρσ
- αξία του εμπορεύματος
- Warenwert αρσ
- εμπορική αξία
- Handelswert αρσ
- ενιαία αξία
- Einheitswert αρσ
- αξία εξαγοράς
- Ablösungswert αρσ
- αξία εξαγοράς σε μετρητά
- Barablösungswert αρσ
- αξία της επιχείρησης
- Unternehmenswert αρσ
- αξία ισολογισμού
- Bilanzwert αρσ
- αξία του κεφαλαίου
- Kapitalwert αρσ
- μέση αξία
- Durchschnittswert αρσ
- μεταπωλητική αξία, αξία μεταπώλησης
- Wiederverkaufswert αρσ
- αξία (της) μετοχής
- Aktienwert αρσ
- ονομαστική αξία
- Nennwert αρσ
- (μη) στρογγυλευμένη ονομαστική αξία
- (nicht) gerundeter Nennwert αρσ
- μεταβολή θηλ ονομαστικής αξίας ΧΡΗΜΑΤΟΠ
- Renominalisierung θηλ
- πάνω/κάτω από την ονομαστική αξία
- über/unter dem Nennwert
- αξία οικονομικού στοιχείου
- Vermögenswert αρσ eines Wirtschaftsgutes
- αγοραστική αξία
- Kaufwert αρσ
- αξία παγίων ΟΙΚΟΝ
- Anlagewert αρσ
- αξία της περιουσίας
- Vermögenswert αρσ
- πραγματική αξία
- Realwert αρσ
- προστιθέμενη αξία
- Mehrwert αρσ
- με σταθερή αξία
- wertbeständig
- συναισθηματική αξία
- ideeller Wert αρσ
- τρέχουσα αξία στην ελεύθερη αγορά
- Marktwert αρσ
- αξία οικονομικών στοιχείων ΟΙΚΟΝ
- Substanzwert αρσ
- υλική αξία
- Sachwert αρσ
- υπολογισμός αρσ της αξίας
- Wertberechnung θηλ
- χρηματιστηριακή αξία
- Börsenwert αρσ
- αξία χρήματος
- Geldwert αρσ
- αξία του χρυσού
- Goldwert αρσ
- αλλαγή θηλ της αξίας
- Wertänderung θηλ
- αλλαγή θηλ της αξίας
- Wertwechsel αρσ
- αξίες ΧΡΗΜΑΤΟΠ
- Wertpapiere ουδ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μεταπωλητική αξία, αξία μεταπώλησης
- Wiederverkaufswert αρσ
- αξία θηλ μεταπώλησης
- Wiederverkaufswert αρσ
- αξία θηλ ρευστοποίησης
- Liquidationswert αρσ
- αξία θηλ χρήσης ΟΙΚΟΝ, ΝΟΜ
- Gebrauchswert αρσ
- αξία θηλ χρήματος
- Geldwert αρσ