στο λεξικό PONS
στίβω
στίβω s. στύβω
στύ|βω <-ψα, -φτηκα, -μμένος> [ˈstivɔ] VERB μεταβ
1. στύβω (φρούτα):
- στύβω
- auspressen
- στύβω το μυαλό μου
- schwer nachdenken
2. στύβω (ρούχα):
- στύβω
- auswringen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.