στο λεξικό PONS
I. πεθ|αίνω <-ανα, -αμένος> [pɛˈθɛnɔ] VERB μεταβ (σκοτώνω)
- πεθαίνω
- umbringen
II. πεθ|αίνω <-ανα, -αμένος> [pɛˈθɛnɔ] VERB αμετάβ
1. πεθαίνω (παύω να ζω):
- πεθαίνω
- sterben
- πεθαίνω από καρκίνο
- an Krebs δοτ sterben
- πεθαίνω από πείνα
- verhungern
- πεθαίνω σαν το σκυλί στ' αμπέλι
- einsam verrecken
2. πεθαίνω μτφ (επιθυμώ):
- πεθαίνει για αγάπη
- er sehnt sich nach Liebe
- πεθαίνει γαι ταξίδια
- er reist für sein Leben gern
πεθαίνω VERB
- πεθαίνω της πείνας
- verhungern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πεθαίνω αδιάθετος
- sterben, ohne ein Testament hinterlassen zu haben
- πεθαίνω αμετανόητος
- unbußfertig sterben
- πεθαίνω από τη δίψα
- verdursten
- πεθαίνω από ανία
- vor Langeweile umkommen
- πεθαίνω από ασιτία
- verhungern, an Hunger sterben