στο λεξικό PONS
κρασί [kraˈsi] SUBST ουδ
- κρασί
- Wein αρσ
- εκλεκτό κρασί
- erlesener Wein αρσ
- γλυκό/ημίγλυκο/ξηρό κρασί
- süßer/lieblicher/trockener Wein αρσ
- άσπρο/λευκό κρασί
- Weißwein αρσ
- κόκκινο/μαύρο κρασί
- Rotwein αρσ
- βάζω νερό στο κρασί μου μτφ
- seine Ansprüche herunterschrauben
- παλιά ξινά κρασιά μτφ
- kalter Kaffee αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βαρελίσιο κρασί
- Wein αρσ vom Fass
- εκλεκτό κρασί
- erlesener Wein αρσ
- σαμπανιζέ κρασί
- Sekt αρσ
- καλό κρασί
- guter Wein
- μαύρο κρασί
- Rotwein αρσ