στο λεξικό PONS
δέμα [ˈðɛma] SUBST ουδ
1. δέμα (πράγματα δεμένα μαζί):
- δέμα
- Bündel ουδ
2. δέμα (πακέτο):
- δέμα
- Paket ουδ
- ταχυδρομικό δέμα
- Postpaket ουδ
- βάρος ουδ του δέματος
- Paketgewicht ουδ
- δελτίο ουδ του δέματος
- Paketschein αρσ
- παραλαβή θηλ του δέματος
- Annahme θηλ des Pakets
- παραλαβή θηλ του δέματος
- Paketannahme θηλ
- κατά την παραλαβή του δέματος
- bei der Annahme des Pakets
- περιεχόμενο ουδ του δέματος
- Paketinhalt αρσ
- περιεχόμενο ουδ του δέματος
- Inhalt αρσ des Pakets
- πλάτος ουδ του δέματος
- Paketbreite θηλ
- μήκος ουδ του δέματος
- Paketlänge θηλ