στο λεξικό PONS
μεγαλύτερ|ος <-η, -ο> [mɛɣaˈlitɛrɔs] ΕΠΊΘ
1. μεγαλύτερος (σε μέγεθος):
- μεγαλύτερος
- größer
2. μεγαλύτερος (σε ηλικία):
- μεγαλύτερος
- älter
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι ο μεγαλύτερος αθλητής που έβγαλε αυτή η χώρα
- er ist der größte Sportler, den dieses Land hervorgebracht hat