στο λεξικό PONS
μπαστούνι [basˈtuni] SUBST ουδ
1. μπαστούνι (για περίπατο):
- μπαστούνι
- Spazierstock αρσ
2. μπαστούνι (γενικότερα):
- μπαστούνι
- Stock αρσ
- τα βρίσκω μπαστούνια
- auf (unerwartete) Schwierigkeiten stoßen
3. μπαστούνι ΑΘΛ:
- μπαστούνι
- Schläger αρσ
- μπαστούνι του γκολφ
- Golfschläger αρσ
- σιδερένιο/ξύλινο μπαστούνι (του γκολφ)
- Eisenschläger/Holzschläger αρσ
- μπαστούνι του μπέιζμπολ
- Baseballschläger αρσ
- μπαστούνι του σόφτμπολ
- Softballschläger αρσ
- μπαστούνι (του) τερματοφύλακα
- Torwartschläger αρσ
- μπαστούνι του χόκεϊ
- Hockeyschläger αρσ
- μπαστούνι του χόκεϊ επί πάγου
- Eishockeyschläger αρσ
4. μπαστούνι (του κρίκετ):
- μπαστούνι
- Schlagholz ουδ
5. μπαστούνι (στα χαρτιά):
- μπαστούνι
- Pik ουδ
- ρήγας μπαστούνι
- Pik-König
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ντάμα μπαστούνι
- Pik-Dame
- ρήγας μπαστούνι
- Pik-König
- μπαστούνι του γκολφ
- Golfschläger αρσ
- μπαστούνι του μπέιζμπολ
- Baseballschläger αρσ
- μπαστούνι του σόφτμπολ
- Softballschläger αρσ