στο λεξικό PONS
φιλανθρωπικ|ός <-ή, -ό> [filanθrɔpiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. φιλανθρωπικός (άνθρωπος):
- φιλανθρωπικός
- menschenfreundlich
2. φιλανθρωπικός (οργάνωση):
- φιλανθρωπικός
- Wohltätigkeits-, Benefiz-
- φιλανθρωπική εκδήλωση
- Benefizveranstaltung θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.