στο λεξικό PONS
I. παρείσακτ|ος <-η, -ο> [paˈrisaktɔs] ΕΠΊΘ
- παρείσακτος
- eingeschmuggelt
II. παρείσακτ|ος <-η, -ο> [paˈrisaktɔs] SUBST αρσ/θηλ
- παρείσακτος
- Eindringling αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.