στο λεξικό PONS
κούκλα [ˈkukla] SUBST θηλ
1. κούκλα (παιδιών, βιτρίνας):
- κούκλα
- Puppe θηλ
2. κούκλα μτφ (γυναίκα):
- κούκλα
- sehr schön aussehende Frau θηλ
3. κούκλα (νήματος):
- κούκλα
- Bündel ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα
- außen hui und innen pfui