στο λεξικό PONS
κόπος [ˈkɔpɔs] SUBST αρσ
1. κόπος (μόχθος):
- κόπος
- Mühe θηλ
- αξίζει τον κόπο
- es ist der/die Mühe wert/es lohnt sich
- άξισε ο κόπος
- die Mühe hat sich gelohnt
- δε λυπάμαι κόπους
- keine Mühe scheuen
- δεν μπαίνω στον κόπο να …
- sich δοτ nicht die Mühe machen, zu …
- έκανε τον κόπο και ξαναπήγε
- er machte sich die Mühe, noch einmal hinzugehen
- δε θα 'θελα να σε βάλω σε κόπο
- ich möchte dir keine Umstände bereiten
- χωρίς κόπο
- mühelos
2. κόπος (εξάντληση):
- κόπος
- Erschöpfung θηλ
3. κόπος (αμοιβή εργασίας):
- κόπος
- Lohn αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- άδικος κόπος
- vergebliche Mühe θηλ
- μάταιος κόπος
- vergebliche Mühe θηλ
- άξισε ο κόπος
- die Mühe hat sich gelohnt
- ο κόπος σου πήγε τζάμπα
- deine Mühe war umsonst
- δεν πήγε χαμένος ο κόπος μας
- unsere Mühe war nicht umsonst