στο λεξικό PONS
αγοραστής (αγοράστρια) [aɣɔrasˈtis, aɣɔˈrastria] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
- αγοραστής (αγοράστρια)
- Käufer(in) αρσ (θηλ)
- αγοράστρια χώρα
- Abnehmerland ουδ
- αγοραστής αρσ χονδρικής
- Engrosabnehmer αρσ
- άμεσος αγοραστής (εταιρεία)
- Direktabnehmer αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αγοραστής αρσ χονδρικής
- Engrosabnehmer αρσ
- καλόπιστος αγοραστής ΝΟΜ
- gutgläubiger Erwerber αρσ
- άμεσος αγοραστής (εταιρεία)
- Direktabnehmer αρσ