στο λεξικό PONS
I. γ|έρνω <-ειρα, -ερμένος> [ˈjɛrnɔ] VERB μεταβ
1. γέρνω (το κεφάλι κτλ):
- γέρνω
- neigen
- γέρνω το κεφάλι μου (για ύπνο)
- sich hinlegen
2. γέρνω (πόρτα, παράθυρο):
- γέρνω
- anlehnen
II. γ|έρνω <-ειρα, -ερμένος> [ˈjɛrnɔ] VERB αμετάβ
1. γέρνω (δεν είμαι όρθιος):
- γέρνω
- kippen
- γέρνει προς τα δεξιά
- es kippt nach rechts
2. γέρνω (ήλιος):
- γέρνω
- untergehen
γέρνω VERB
- ο ήλιος γέρνει μτφ
- die Sonne versinkt μτφ
γέρνω VERB
- γέρνω προς τα πίσω (για να στυλώσω την πλάτη μου)
- sich zurücklehnen
I. γερ|νώ <-νάς, -ασα, -ασμένος> [jɛrˈnɔ] VERB μεταβ (κάνω να γεράσει)
- γερνώ
- alt machen, altern lassen
- η δουλειά τον γέρασε
- die Arbeit hat ihn altern lassen
II. γερ|νώ <-νάς, -ασα, -ασμένος> [jɛrˈnɔ] VERB αμετάβ (γίνομαι γέρος)
- γερνώ
- alt werden, altern
- γέρασε πολύ/πρόωρα
- er ist stark/frühzeitig gealtert
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γέρνω μονόμπαντα (πράγμα, άνθρωπος)
- zur Seite geneigt sein
- γέρνω το κεφάλι μου (για ύπνο)
- sich hinlegen