στο λεξικό PONS
κουμπί [kumˈbi] SUBST ουδ
1. κουμπί (του παλτό, συσκευής):
- κουμπί
- Knopf αρσ
- βρίσκω το κουμπί κάποιου μτφ
- jds schwachen Punkt finden
2. κουμπί Η/Υ:
- κουμπί
- Schaltfläche θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βρίσκω το κουμπί κάποιου μτφ
- jds schwachen Punkt finden
- δεν ξέρει ούτε να ράψει ένα κουμπί
- er kann nicht einmal einen Knopf annähen