στο λεξικό PONS
σοβαρά [sɔvaˈra] ΕΠΊΡΡ
- σοβαρά
- im Ernst
- σοβαρά;
- im Ernst?
σοβαρά ΕΠΊΡΡ
- το εννοώ σοβαρά!
- ich meine es ernst!
σοβαρά
- σοβαρά
- im Ernst
σοβαρά
- σοβαρά
- im ernst
σοβαρά
- σοβαρά
- im Ernst
σοβαρά
- σοβαρά
- im Ernst
σοβαρά
- σοβαρά
- im Ernst
σοβαρά ΕΠΊΡΡ
- κοιτάζω κάτι σοβαρά
- ernst auf etwas schauen
- κοιτάζω σοβαρά (έχω άσχημη διάθεση)
- ernst dreinschauen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σοβαρά;
- im Ernst?
- παίρνω κάτι στα σοβαρά
- etw ernst nehmen
- λέω κάτι στα σοβαρά
- etw im Ernst sagen