στο λεξικό PONS
πιάτο [ˈpçatɔ] SUBST ουδ
1. πιάτο (σκεύος):
- πιάτο
- Teller αρσ
- βάζω πιάτα στο τραπέζι
- Teller auf den Tisch stellen
- μαζεύω τα πιάτα
- die Teller abräumen
- ρηχό/βαθύ πιάτο
- flacher/tiefer Teller αρσ
- πιάτο σαλάτας
- Salatteller αρσ
- πιάτο γλυκού
- (kleiner) Kuchenteller αρσ
- πιάτο της σούπας
- Suppenteller αρσ
- πιάτο φαγητού
- flacher Teller αρσ
2. πιάτο (μέρος γεύματος):
- πιάτο
- Gang αρσ
- κύριο πιάτο
- Hauptgang αρσ
- κύριο πιάτο
- Hauptgericht ουδ
ιδιωτισμοί:
- δορυφορικό πιάτο
- Satellitenschüssel θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πιάτο σαλάτας
- Salatteller αρσ
- πιάτο γλυκού
- (kleiner) Kuchenteller αρσ
- πιάτο φαγητού
- flacher Teller αρσ
- κύριο πιάτο
- Hauptgang αρσ
- δορυφορικό πιάτο
- Satellitenschüssel θηλ