στο λεξικό PONS
συγκρί|νω <-να, -θηκα> [siŋˈgrinɔ] VERB μεταβ
- συγκρίνω
- vergleichen
- το έργο του δε συγκρίνεται με το δικό σου
- sein Werk kann man mit deinem nicht vergleichen
- δε συγκρίνεται
- das kann man nicht vergleichen
- η χοντροκεφαλιά του δε συγκρίνεται με τίποτα
- seine Dickköpfigkeit ist unvergleichlich
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.