στο λεξικό PONS
ψυχή [psiˈçi] SUBST θηλ
1. ψυχή:
- ψυχή φιλος, ΘΡΗΣΚ
- Seele θηλ
- μου βγήκε η ψυχή (ανάποδα) να το τελειώσω
- ich habe mich richtig abgemüht, es fertig zu bekommen
- όταν την είδε, πήγε η ψυχή του στην Κούλουρη
- als er sie sah, rutschte ihm das Herz in die Hose
- την αγαπάει με όλη του την ψυχή
- er liebt sie von ganzem Herzen/mit Leib und Seele
- ψυχή τε και σώματι
- mit Leib und Seele
- με την ψυχή στο στόμα (ίσα ίσα)
- mit Müh und Not
2. ψυχή ΨΥΧ:
- ψυχή
- Psyche θηλ
3. ψυχή μτφ (καρδιά, σπλάχνα):
- ψυχή
- Herz ουδ
- με όλη μου την ψυχή
- mit ganzem Herzen
- ψυχή μου (ως προσαγόρευση)
- mein Liebling
- πήγε η ψυχή μου στην κούλουρη
- mir ist das Herz in die Hose gerutscht
4. ψυχή μτφ (πρωτοβουλία):
- ψυχή
- Initiative θηλ
5. ψυχή μτφ (άνθρωπος):
- ψυχή
- Mensch αρσ
- δεν υπήρχε ψυχή
- es war kein Mensch da
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ψυχή μου (ως προσαγόρευση)
- mein Liebling
- ψυχή τε και σώματι
- mit Leib und Seele
- δεν υπήρχε ψυχή
- es war kein Mensch da
- με την ψυχή στο στόμα (ίσα ίσα)
- mit Müh und Not
- με όλη μου την ψυχή
- mit ganzem Herzen