στο λεξικό PONS
παιδί [pɛˈði] SUBST ουδ
- παιδί
- Kind ουδ
- χωρίς παιδιά
- kinderlos
- από παιδί
- von klein an
- γεια σας παιδιά! (κόσμε)
- hallo Leute!
- παιδί για όλες τις δουλειές
- Mädchen ουδ für alles
- προβληματικό παιδί
- Problemkind ουδ
- παιδί-θαύμα
- Wunderkind ουδ
παιδί SUBST
- Έχεις παιδιά;
- Hast du Kinder?
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προβληματικό παιδί
- Problemkind ουδ
- δίχρονο παιδί
- zweijähriges Kind ουδ
- περιμένω παιδί
- ein Baby erwarten
- από παιδί
- von klein an
- εξαμηνίτικο παιδί
- Sechsmonatskind ουδ