στο λεξικό PONS
μέταλλο [ˈmɛtalɔ] SUBST ουδ
- μέταλλο
- Metall ουδ
- αυτοφυές μέταλλο
- gediegenes Metall ουδ
- βαρύ μέταλλο ΧΗΜ
- Schwermetall ουδ
- ελαφρό μέταλλο
- Leichtmetall ουδ
- ευγενές/πολύτιμο μέταλλο
- Edelmetall ουδ
- ημιευγενές μέταλλο
- Halbedelmetall ουδ
- μέταλλο κράματος
- Legierungsmetall ουδ
- μεταγωγικό μέταλλο
- Übergangsmetall ουδ
- πυρίμαχο μέταλλο
- feuerfestes Metall ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σκαλίζω μέταλλο/σε μέταλλο
- Metall/in Metall ziselieren
- μέταλλο ουδ κράματος
- Legierungsmetall ουδ
- πολύτιμο μέταλλο
- Edelmetall ουδ
- αυτοφυές μέταλλο
- gediegenes Metall ουδ
- πυροφόρο μέταλλο
- pyrophores Metall ουδ