στο λεξικό PONS
τυλί|γω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [tiˈliɣɔ] VERB μεταβ
1. τυλίγω (κλείνω κουλουριάζοντας):
- τυλίγω
- einwickeln
2. τυλίγω (κλωστή):
- τυλίγω
- aufwickeln
3. τυλίγω (πακετάρω):
- τυλίγω
- einpacken
4. τυλίγω (μπλέκω):
- τυλίγω σε
- verwickeln in +αιτ
τυλίγω VERB
- τυλίγω κάποιον (τον καταφέρνω) μτφ οικ
- jdn um den Finger wickeln
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.