στο λεξικό PONS
I. ξεφλουδί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ksɛfluˈðizɔ] VERB μεταβ
1. ξεφλουδίζω (φρούτα):
- ξεφλουδίζω
- schälen
2. ξεφλουδίζω (πατάτες):
- ξεφλουδίζω
- pellen
II. ξεφλουδίζομαι VERB αυτοπ ρήμα (δέρμα)
- ξεφλουδίζομαι
- sich pellen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.