στο λεξικό PONS
γυμν|ός <-ή, -ό> [jimˈnɔs] ΕΠΊΘ
1. γυμνός (γενικά):
- γυμνός
- nackt
- διά γυμνού οφθαλμού [ή με γυμνό μάτι]
- mit bloßem Auge
2. γυμνός (τοίχος, τόπος):
- γυμνός
- kahl
3. γυμνός ΗΛΕΚ (σύρμα):
- γυμνός
- blank
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γυμνός αγωγός ΗΛΕΚ
- blanke Leitung θηλ