στο λεξικό PONS
αγνο|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [aɣnɔˈɔ] VERB μεταβ
1. αγνοώ (δεν ξέρω):
- αγνοώ
- nicht wissen, nichts wissen von +δοτ
- αγνοείται η τύχη του Χ
- über den Verbleib von X ist nichts bekannt
2. αγνοώ (δε γνωρίζω):
- αγνοώ
- nicht kennen
3. αγνοώ (αδιαφορώ σκόπιμα για κάποιον ή κάτι):
- αγνοώ
- ignorieren
- δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι …
- wir können nicht darüber hinwegsehen, dass …
αγνοώ VERB
- αγνοείται
- er/sie wird vermisst
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.