στο λεξικό PONS
θλιβερ|ός <-ή, -ό> [θlivɛˈrɔs] ΕΠΊΘ
1. θλιβερός (που προκαλεί λύπη):
- θλιβερός
- traurig
2. θλιβερός (που προκαλεί θλίψη):
- θλιβερός
- bedrückend
3. θλιβερός (θλιμμένος):
- θλιβερός
- bedrückt
4. θλιβερός (αξιοθρήνητος: λάθος):
- θλιβερός
- bedauernswert
5. θλιβερός (άθλιος):
- θλιβερός
- elend
- θλιβερή φτώχεια
- bittere Armut θηλ
- θλιβερή ζωή
- kümmerliches/miserables Leben ουδ