στο λεξικό PONS
απολύ|ω <-σα, -θηκα, -μένος> [apɔˈliɔ] VERB μεταβ
1. απολύω (αφήνω ελεύθερο):
- απολύω
- freilassen
2. απολύω (από εργασία, από στρατό):
- απολύω
- entlassen
3. απολύω ΘΡΗΣΚ:
- η εκκλησία απόλυσε στις δώδεκα
- um zwölf war der Gottesdienst zu Ende
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.