στο λεξικό PONS
βάθος [ˈvaθɔs] SUBST ουδ
1. βάθος μτφ:
- βάθος (απόσταση από πάνω ως κάτω) (αισθημάτων κτλ)
- Tiefe θηλ
- έχει 12 μέτρα βάθος
- es ist 12 Meter tief
- σε βάθος μτφ
- gründlich
- εξετάζω κάτι σε βάθος
- einer Sache auf den Grund gehen
- κατά βάθος
- im Grunde (genommen)
- κατά βάθος έχει δίκιο
- im Grunde (genommen) hat er Recht
2. βάθος (πυθμένας):
- βάθος
- Grund αρσ
3. βάθος (φόντο):
- βάθος
- Hintergrund αρσ
- στο βάθος φαινόταν/ακουγόταν …
- im Hintergrund sah man/hörte man …
- στο βάθος της αίθουσας
- hinten im Raum
- στο βάθος του διαδρόμου
- am Ende des Gangs
- προχωρείτε στο βάθος, παρακαλώ! (σε λεωφορείο)
- bitte nach hinten durchgehen!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βάθος ουδ διείσδυσης ΜΗΧΑΝΙΚΉ
- Eindringtiefe θηλ
- βάθος ουδ πεδίου ΦΩΤΟΓΡ
- Schärfentiefe θηλ
- βάθος ουδ βαφής
- Härtetiefe θηλ
- βάθος ουδ διαμόρφωσης
- Modulationstiefe θηλ
- εστιακό βάθος
- Herdtiefe θηλ