στο λεξικό PONS
παραλογί|ζομαι <-στηκα, -σμένος> [paralɔˈjizɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. παραλογίζομαι (λέω κάτι παράλογο):
- παραλογίζομαι
- Unsinn reden
2. παραλογίζομαι (συμπεριφέρομαι παράλογα):
- παραλογίζομαι
- sich unsinnig verhalten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.