στο λεξικό PONS
ελκυστικ|ός <-ή, -ό> [ɛlcistiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. ελκυστικός (εμφάνιση, τιμή):
- ελκυστικός
- attraktiv
2. ελκυστικός (χαμόγελο, τρόπος):
- ελκυστικός
- charmant
3. ελκυστικός (προσφορά):
- ελκυστικός
- verlockend, attraktiv
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.