στο λεξικό PONS
χάπι [ˈxapi] SUBST ουδ
- χάπι
- Tablette θηλ
- χάπι
- Pille θηλ
- αντισυλληπτικό χάπι
- Antibabypille θηλ
- αμβλωτικό/έκτρωτικό χάπι
- Abtreibungspille θηλ
- στυτικό χάπι
- Potenzpille θηλ
- το χάπι της επόμενης ημέρας
- die Pille θηλ danach
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αντισυλληπτικό χάπι
- Antibabypille θηλ
- στυτικό χάπι
- Potenzpille θηλ
- αμβλωτικό/έκτρωτικό χάπι
- Abtreibungspille θηλ
- το χάπι της επόμενης ημέρας
- die Pille θηλ danach