στο λεξικό PONS
γη [ji] SUBST θηλ
1. γη (ο πλανήτης, κόσμος):
- γη
- Erde θηλ
- στη γη
- auf der Erde
- σ' όλη τη γη
- auf der ganzen Erde
- κινήσεις θηλ πλ της γης
- Erdbewegungen θηλ πλ
2. γη (έδαφος):
- γη
- Boden αρσ
- καμμένη γη ΣΤΡΑΤ
- verbrannte Erde θηλ
- άνοιξε η γη και τον κατάπιε (τότε)
- er war wie vom Erdboden verschluckt
- άνοιξε η γη και τον κατάπιε (τώρα)
- er ist wie vom Erdboden verschluckt
- αν ήταν δυνατό εκείνη τη στιγμή να ανοίξει η γη να με καπαπιεί
- in diesem Moment wäre ich am liebsten im Erdboden versunken
- πατάει γερά στη γη μτφ
- er/sie steht mit beiden Beinen fest auf dem Boden
- η Γη της Επαγγελίας
- das Gelobte Land ουδ
- Γη του Πυρός
- Feuerland ουδ
- η μάνα γη
- das Mutterland ουδ
- Γη Μαρί Μπυρντ
- Marie-Byrd-Land ουδ
- Νήσος θηλ Νέα Γη
- Neufundland ουδ
- γεωργική γη
- landwirtschaftliche Nutzfläche θηλ
- στην (άλλη) άκρη της γης
- am (anderen) Ende der Welt
- κινώ γη και ουρανό
- Himmel und Hölle in Bewegung setzen
- δεν πατάω στη γη από τη χαρά μου
- vor Freude (über dem Erdboden) schweben
- τα κάνω γης Μαδιάμ
- alles verwüsten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- οικοδομήσιμη γη
- Bauland ουδ
- καλλιεργήσιμη γη
- Ackerland ουδ
- στη γη
- auf der Erde
- καμμένη γη ΣΤΡΑΤ
- verbrannte Erde θηλ
- γεωργική γη
- landwirtschaftliche Nutzfläche θηλ