στο λεξικό PONS
βασικ|ός <-ή, -ό> [vasiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. βασικός (θεμελιακός, ουσιώδης):
- βασικός
- grundlegend, Grund-
- βασική ιδέα
- Grundidee θηλ
- βασικά χρώματα
- Grundfarben θηλ πλ
- βασική έννοια θηλ μιας λέξης
- Grundbedeutung θηλ eines Wortes
- οι βασικές αρχές θηλ πλ της φυσικής (οι βάσεις)
- die Grundlagen θηλ πλ der Physik
- τα βασικά (μιας τέχνης)
- Grundlagen θηλ πλ
- τα βασικά (μιας γλώσσας, των μαθηματικών κτλ: βασικές γνώσεις)
- Grundkenntnisse θηλ πλ
2. βασικός ΧΗΜ:
- βασικός
- basisch
- βασικό άλας
- basisches Salz ουδ
- βασική αντίδραση
- basische Reaktion θηλ
- βασικό διάλυμα
- basische Lösung θηλ
- βασικό οξείδιο
- basisches Oxid ουδ
- βασική χρωστική
- basischer Farbstoff αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βασικός υμένας ΑΝΑΤ
- Basilarmembran θηλ
- βασικός μισθός
- Grundgehalt ουδ
- βασικός κανόνας
- Grundregel θηλ
- ο βασικός/κύριος υπεύθυνος
- der Hauptverantwortliche αρσ
- βασικός/κύριος όρος
- Hauptbegriff αρσ