στο λεξικό PONS
πρόωρ|ος <-η, -ο> [ˈprɔɔrɔs] ΕΠΊΘ
- πρόωρος
- vorzeitig
- πρόωρος θάνατος
- vorzeitiger Tod αρσ
- πρόωρη συνταξιοδότηση
- vorgezogener Ruhestand αρσ
- πρόωρες εκλογές
- vorgezogne Wahl θηλ ενικ
- πρόωρο βρέφος
- Frühgeborenes ουδ
- πρόωρος τοκετός
- Frühgeburt θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πρόωρος τοκετός
- Frühgeburt θηλ
- πρόωρος θάνατος
- vorzeitiger Tod αρσ