στο λεξικό PONS
αίσθημα [ˈɛsθima] SUBST ουδ
- αίσθημα
- Gefühl ουδ
- χωρίς αίσθημα
- gefühllos
- γλωσσικό αίσθημα
- Sprachgefühl ουδ
- το αίσθημα δικαίου, το περί δικαίου αίσθημα
- der Gerechtigkeitssinn αρσ
- το αίσθημα δικαίου, το περί δικαίου αίσθημα
- Gerechtigkeitsgefühl ουδ
- εθνικό αίσθημα
- Nationalgefühl ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αίσθημα ουδ κατωτερότητας
- Minderwertigkeitsgefühl ουδ
- αίσθημα ουδ κορεσμού (στο σώμα)
- Völlegefühl ουδ
- αίσθημα ουδ ενοχής
- Schuldgefühl ουδ
- εθνικό αίσθημα
- Nationalgefühl ουδ
- χωρίς αίσθημα
- gefühllos